αποκλιμακώνοντας
Νέα ελληνικά (el)
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σατνονωκαμιλκοπα
αποκλιμακώνοντας άκλιτοΚατηγορία:Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα - άκλιτες (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
- μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποκλιμακώνωΚατηγορία:Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)
Αποκλιμακώνοντας την ένταση, κατάφερε να τους βάλει στο τραπέζι των συνομιλιών.
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σατνονωκαμιλκοπα