αποσυντεθειμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμιεθετνυσοπα
αποσυντεθειμένος, -η, -ο
- που έχει αποσυντεθεί ή τον έχουν αποσυνθέσει
- αυτός που έχει ολοκληρώσει την διαδικασία αποσύνθεσης (όχι πια αποσυντιθέμενος)
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις αποσυνθέτω, αποσυντίθεμαι, από, συνθέτω, συν και θέτω
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμιεθετνυσοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)