Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Ετυμολογία » Προέλευση λέξεων » από τα γαλλικά ««« « Ετυμολογία « Γαλλικά |
Η προέλευση των λέξων από γλώσσα σε γλώσσα έως την απώτατη αρχή τους με κάθε είδος ετυμολογικής σχέσης.
Pages in category "Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)"
- αβαείο
- αβανγκάρντ
- αβανγκαρντισμός
- αβάν πρεμιέρ
- αβάνς
- αβαντάζ
- αβιοτικός
- αβιταμίνωση
- αβλαβής διέλευση
- αβλεπτί
- Αβορίγινες
- αβουλία
- αβράκωτος
- άβυσσος
- αγαθό
- αγαθοθυμία
- αγαπάω
- αγάρ
- αγγειεκτασία
- αγγειογραφία
- αγγειογραφικός
- αγγειογράφος
- αγγειοδιασταλτικός
- αγγειοδιαστολή
- αγγειοκαρδιογραφία
- αγγειολογία
- αγγειολογικός
- αγγειονευρωτικός
- αγγειοπλαστική
- αγγειοπλαστικός
- αγγειοσκόπηση
- αγγειόσπερμος
- αγγειοσύσπαση
- αγγειοσυσπαστικός
- αγγειοσυσταλτικός
- αγγειοτασίνη
- αγγειοτενσίνη
- αγγειοχειρουργική
- αγγειώδης
- αγγείωση
- αγγελία
- αγγλέ
- αγγλικό κόρνο
- αγγλισμός
- αγγλόφιλος
- αγγλόφωνος
- αγέλη
- αγένεια
- αγενεσία
- αγενής
- αγήρατο
- Αγιάννης
- αγιογραφία
- αγιολί
- αγιολογία
- αγιολογικός
- αγκαζέ
- αγκίστρωση
- αγκράφα
- αγκύλη
- αγκύλιο
- αγκυρώνω
- αγνώμων
- άγονος
- αγοραίος
- αγορανόμος
- αγοραπωλησία
- αγοραφοβία
- αγραμματισμός
- αγραφία
- αγρογλυφικό
- αγροεπιχείρηση
- αγρολογία
- αγρονόμος
- αγροοικολογία
- αγροτικός
- αγροφύλακας
- Αγρωστίδες
- αγρωστοειδή
- Αγρωστώδη
- αγχιστεία
- άγχος
- αγχώδης
- αγχωτικός
- αγώγιμος
- αγωγιμότητα
- αγωγός
- αγωνιώδης
- άδεια
- αδειοδοτώ
- Αδελαΐς
- αδελφός
- αδελφοσύνη
- αδενεκτομή
- αδενεκτομία
- αδενικός
- αδενίτιδα
- αδενοειδεκτομή
- αδιαβροχία
- αδιάθετος
- αδιακρισία
- αδιάκριτος
- αδιαλυτότητα
- αδιαφιλονίκητος
- αδιαχώρητο
- αδικοπρακτικός
- αδικώ
- αδιόρατος
- αδιπόκηρος
- αδρεναλίνη
- αεράγημα
- αεραγωγός
- αέρας
- αεριογεννήτρια
- αεριοποιώ
- αεριοστροβιλωθητήρας
- αεριούχος
- αεριόφως
- αερισμός
- αεροβική
- αεροβιολογία
- αερογράφος
- αεροδρόμιο
- αεροδυναμική
- αεροδυναμικός
- αεροδυναμικότητα
- αεροθάλαμος
- αερόθερμο
- αερόθερμος
- αερόλιθος
- αερόλυση
- αερομοντελισμός
- αεροναύτης
- αεροναυτική
- αεροναυτικός
- αεροπλάνο
- αεροσκάφος
- αερόστατο
- αερότρενο
- αεροφοβία
- αερόφρενο
- -άζ
- αζάν προβοκατέρ
- αζεοτροπικός
- αζούρ
- αζουρίτης
- Αζτέκος
- αζωθαιμία
- αζωικός
- άζωτο
- αζωτοποίηση
- αζωτούχος
- άηχος
- άηχο σύμφωνο
- αθεϊσμός
- αθεϊστής
- αθερμικός
- αθηροσκλήρωση
- αθλητικότητα
- αθλητισμός
- αθλοπαιδιά
- αθώος
- αιγκρέτα
- αίγλη
- αιγόκερος
- αιγυπτιολόγος
- αιδοιοκολπίτιδα
- αιδώς
- άιζο
- αιθέρας
- αίθουσα
- αιθουσαίος
- αιθυλένιο
- αιθύλιο
- αιλουροειδή
- αιματέμεση
- αιματολογία
- αιματόμετρο
- αιματοποιητικός
- αιματουρία
- αιματώδης
- αιμάτωση
- αιμοδιαδιήθηση
- αιμοδυναμική
- αιμοκυανίνη
- αιμοληψία
- αιμόλυση
- αιμολυσία
- αιμολυτικός
- αιμοπεταλιακός
- αιμοπετάλιο
- αιμοποιητικός
- αιμόσταση
- αιμοσφαιρίνη
- αιμοσφαιρινοπάθειες
- αιμοφιλία
- αιμοφόρος
- αιρμπάς
- αισθησιαρχία
- αισθησιασμός
- αισθησιοκινητικός
- αισθησιοκρατία
- αισθητής
- αισθητική
- αισθητικοκινητικός
- αισθητός
- αισιόδοξος
- Αϊτή
- αιτιακός
- αιτιολογικός αναδιπλασιασμός
- αιτιότητα
- αιχμάλωτος
- αιωνιότητα
- αιωνόβιος
- αιώρηση
- Ακαδημία
- ακαζού
- ακαθοριστία
- ακαθόριστο
- άκαμπτος
- άκανθα
- ακανθοκυτταρικός
- ακανθώδης
- ακανόνιστος
- ακαρδία
- ακαρεοκτόνος
- άκαρπος
- ακαταλόγιστος
- ακετόνη
- ακετυλένιο
- ακετύλιο
- ακετυλοχολίνη
- ακκομπανιάρω
- ακμαίος
- άκμονας
- ακομπανιάρω
- ακομπανιατέρ
- ακομπλάριστος
- ακομπλεξάριστος
- ακόντιο
- ακοόγραμμα
- ακοολογία
- ακοομετρικός
- ακοόμετρο
- ακόρεστος
- ακορντεόν
- ακορντεονίστας
- ακουαρέλα
- ακουολογία
- ακουστική
- ακουστικός
- ακρ
- ακραίος
- ακράτεια
- ακριλικός
- άκρο
- ακροάζομαι
- ακροαματικός
- ακρόαση
- ακροβασία
- ακροβατικός
- ακροδεξιός
- ακροκεφαλία
- ακρολεΐνη
- ακρομεγαλία
- ακροφοβία
- ακρυλικός
- ακρωμιοκλειδικός
- ακταιωρός
- Ακτή Ελεφαντοστού
- ακτιβισμός
- ακτινενέργεια
- ακτινενεργός
- ακτινικός
- ακτινο-
- ακτινοβολητής
- ακτινοβολία
- ακτινοβόλος
- ακτινογράφηση
- ακτινογραφία
- ακτινογραφικός
- ακτινογραφώ
- ακτινοθεραπεία
- ακτινοθεραπευτική
- ακτινολογία
- ακτινομανομετρία
- ακτινοφυσική
- ακτινοφυσικός
- ακτινοχειρουργική
- ακτινωτός
- ακτοπλόος
- ακυρωσιμότητα
- α λα
- αλά
- αλα-
- α λα γκαρσόν
- α λα καρτ
- αλά καρτ
- αλά μοντ
- αλά μπρατσέτα
- αλαμπρατσέτα
- αλάτωση
- άλγη
- αλγολογία
- αλγόριθμος
- αλέ
- αλέα
- αλεζουάρ
- αλεξανδρινισμός
- αλεξι-
- αλεξία
- αλεξίπτωτο
- αλεξίπυρος
- αλεξίσφαιρος
- αλέ ρετούρ
- αληθοφάνεια
- αληθοφανής
- αλιζαρίνη
- αλκαδιένιο
- αλκαλικότητα
- αλκάλιο
- αλκαλοειδές
- αλκαλοειδής
- αλκοόλ
- αλκοολικός
- αλκοτέστ
- αλκύλιο
- αλληλεξάρτηση
- αλληλοεξάρτηση
- αλληλόμορφο γονίδιο
- αλληλοπάθεια
- αλληλοπαθής
- αλληλοσπαράσσομαι
- αλληλοσφάζομαι
- αλληλοτρώγομαι
- αλληλοφάγωμα
- αλλοτριωτικός
- αλλοτροπικός
- αλλότροπο
- αλλόφωνο
- αλλόχθων
- αλλυλικός
- αλλύλιο
- άλμα εις τριπλούν
- αλμανάκ
- αλμπατρός
- αλμπινισμός
- αλμπίνος
- άλμπουμ
- αλμυρό νερό
- αλογόνο
- αλόη
- αλούμινα
- αλουμίνα
- αλπακά
- αλπινισμός
- αλπινιστής
- αλτ
- αλτερνατίβα
- αλτήρας
- αλτιμετρία
- άλτο
- αλτρουισμός
- αλυσιδωτός
- αλφαβητισμός
- αλφισμός
- αλχημεία
- αλχημιστής
- αμάλγαμα
- αμαξίδιο
- αμάξωμα
- Αμβέρσα
- αμελητέος
- Αμερική
- αμηνόρροια
- Αμιένη
- αμίνη
- αμινοξύ
- αμοιβαδικός
- αμοιβαδοειδής
- αμοιβάδωση
- αμοιβαιότητα
- αμόκ
- αμοραλισμός
- αμοραλιστής
- αμόρσα
- αμορτί
- αμορτισέρ
- αμπαζούρ
- αμπαλάγιο
- αμπαλάζ
- άμπαρι
- αμπασάδα
- αμπέρ
- αμπερόμετρο
- αμπερώριο
- αμπιγιέ
- αμπιγιέζ
- αμπιγιέρ
- Αμπού
- αμπούλα
- αμπραγιάζ
- αμπράζ
- αμπράς
- αμπρί
- αμυγδαλεκτομή
- αμυγδαλή
- αμυγδαλίτιδα
- αμυγδαλοειδής
- αμυλάλευρο
- αμυλάση
- αμυλοειδής
- αμυλοείδωση
- αμυλώδης
- αμφίβολος
- αμφιθέατρο
- αμφιθυμία
- αμφίθυμος
- αμφισημία
- αμφίσημος
- αμφιταλαντεύομαι
- αμφίφυλος
- Αναγέννηση
- αναγεννητής
- αναγεννητικός
- αναγνώριση
- αναγωγή
- ανάγωγος
- αναδάσωση
- αναδιοργανώνω
- αναδιπλασιασμός
- αναδιπλώνω
- αναδόμηση
- αναδοχή
- αναζητητής
- αναζωογόνηση
- αναθεωρητής
- αναθεωρητισμός
- αναιμικός
- αναιρεσείων
- αναιρεσιμότητα
- αναισθησιολογία
- αναισθησιολόγος
- ανακαλύπτω
- ανακάμπτω
- ανακατάκτηση
- ανακατακτώ
- ανακατανέμω
- ανακατανομή
- ανακατάταξη
- ανακατατάσσω
- ανακλαστικός
- ανακλαστικότητα
- ανάκληση
- ανακρίβεια
- ανακρυστάλλωση
- αναλλοίωτος
- αναλογία
- αναλογικότητα
- ανάλογος
- αναλυτής
- αναλφαβητισμός
- ανάλωση
- αναμεταδίδω
- αναμετάδοση
- αναμεταδότης
- ανάμνηση
- αναμνηστικός
- αναμορφωτής
- ανανάς
- ανανεωτής
- αναπαράγω
- αναπαραγωγικότητα
- αναπαράσταση
- αναπαυτικός
- αναπέμπω
- αναπηδάω
- αναπηδώ
- αναπληρωματικός
- αναπλήρωση
- αναποτελεσματικός
- αναποφάσιστος
- ανάπτυξη
- αναπτύσσω
- αναρτήρας
- αναρχοσυνδικαλιστής
- αναστατικός
- αναστολέας
- αναστομώνω
- αναστόμωση
- αναστομωτικός
- αναστοχαστικός
- αναστρέψιμος
- αναστρεψιμότητα
- αναστροφέας
- ανασυγκρότηση
- ανασύνδεση
- ανασύνθεση
- ανασυνθέτω
- ανασύσταση
- ανατάσης
- ανατέμνω
- Ανατολή
- ανατολικός
- ανατολιστής
- ανατόμος
- ανατοξίνη
- ανατρεπτικός
- ανατρέπω
- ανατροπή
- αναφλεξιμότητα
- αναφορικότητα
- αναφυλαξία
- αναφύσημα
- αναχαιτιστικό
- αναχρονικός
- αναχρονισμός
- αναχώρηση
- αναχωρητικός
- αναχωρητισμός
- ανγκορά
- ανδρείκελο
- ανδρογόνο
- ανδρογόνος
- ανδροστερόνη
- ανεγκεφαλία
- ανεκδοτικός
- ανεκχώρητος
- ανέλιξη
- ανεμιστήρας
- ανεμο-
- ανεμογράφος
- ανεξάρτητος
- ανεξέταση
- ανεπάρκεια
- ανεπαρκής
- ανέρχομαι
- άνευ όρων
- άνευ προηγουμένου
- ανεφοδιάζω
- ανήθικος
- ανησυχώ
- ανθηρός
- ανθοβολώ
- ανθοδοχείο
- ανθοδόχη
- ανθοκομία
- άνθος
- ανθόσπαρτος
- άνθρακας
- ανθρακένιο
- ανθράκευση
- ανθρακεύω
- ανθρακο-
- ανθρακοποίηση
- ανθρακωτήρας
- ανθρωπινότητα
- ανθρωπισμός
- ανθρωποβιολογία
- ανθρωπογεωγραφία
- ανθρωπογνωσία
- ανθρωποειδές
- ανθρωποειδής
- ανθρωποζωικός
- ανθρωποκεντρικός
- ανθρωποκεντρισμός
- ανθρωπολογία
- ανθρωπολογικός
- ανθρωπολόγος
- ανθρωπομετρία
- ανθρωπομετρικός
- ανθρωπομορφικός
- ανθρωπομορφισμός
- ανθρωποφοβία
- ανθρωποώρα
- ανθρωπωνύμιο
- ανθυγιεινός
- ανιαρός
- ανικανοποίητος
- ανίκανος
- ανιλίνη
- ανιματέρ
- ανιμισμός
- ανιμιστής
- ανιόντες
- ανισορροπία
- ανισόρροπος
- ανισοτροπία
- ανισοτροπικός
- ανισότροπος
- ανίσωση
- ανιών
- ανκόρ
- Αννίκ
- άνοδος
- ανομοίωση
- ανοξία
- ανόπτηση
- ανοργάνωτος
- ανοργασμία
- ανορεξικός
- ανορεξιογόνος
- ανορθόγραφος
- ανορθολογικότητα
- ανορθολογισμός
- ανόρθωση
- ανορθωτής
- -ανός
- ανοσία
- ανοσιότητα
- ανοσογνωσία
- ανοσολογία
- ανοσολόγος
- ανοσοποίηση
- ανοσοχημεία
- ανοσοχημικός
- ανουρία
- ανοχή
- ανσάμπλ
- ανταγωγή
- ανταγωνισμός
- ανταλλαγή
- ανταλλάσσω
- αντανάκλαση
- αντανακλαστικός
- Αντάντ
- ανταποδοτικός
- ανταποκρίνομαι
- ανταπόκριση
- ανταποκριτής
- αντασφάλεια
- αντασφαλίζω
- αντεθνικός
- αντεισήγηση
- αντεμπρησμός
- αντένα
- αντεπανάσταση
- αντεπαναστάτης
- αντεπεξέρχομαι
- αντεπίθεση
- αντεπιστέλλων
- αντηρίδα
- αντι-
- αντιασφυξιογόνος
- αντιατομικός
- αντίβ
- αντιβαίνω
- αντιβακτηριακός
- αντιβακτηριδιακός
- αντίβαρο
- αντιβασιλικός
- αντιβηχικός
- αντιβράχιο
- αντιβραχίονας
- αντιβρόχιο
- αντιγόνο
- αντιγραφή
- αντίγραφο
- αντιγράφω
- αντιδήλωση
- αντιδημοτικός
- αντιδιαβητικός
- αντιδιαδηλώνω
- αντιδιαδήλωση
- αντιδιαδηλωτής
- αντιδιφθερικός
- αντιδιφθεριτικός
- αντίδραση
- αντιδραστήριο
- αντιδρώ
- αντιδυναστικός
- αντιεισήγηση
- αντιεμετικός
- αντιεπιληπτικός
- αντιήρωας
- αντιθρησκευτικός
- αντιισταμινικό
- αντικανονικός
- αντικαπιταλιστικός
- αντικαταβολή
- αντικατασκοπεία
- αντικατασκοπία
- αντικατοπτρίζω
- αντίκειμαι
- αντικειμενικός
- αντικέρ
- αντικλεπτικός
- αντικληρικισμός
- αντικληρικός
- αντικοινοβουλευτικός
- αντικοινοβουλευτισμός
- αντικοινωνικός
- αντικομματικός
- αντικομμουνισμός
- αντικομμουνιστής
- αντικομφορμιστής
- αντικρατικός
- αντίκρισμα
- αντίκτυπος
- αντικυβερνητικός
- αντικυκλώνας
- αντιλαϊκός
- αντιλόπη
- αντιλυσσικός
- αντιμεταρρύθμιση
- αντίμετρο
- αντιμετωπίζω
- αντιμικροβιακός
- αντιμιλιταρισμός
- αντιμοναρχικός
- Αντίμπ
- αντιμυθιστόρημα
- αντιναρκωτικός
- αντιναύαρχος
- αντινομικός
- αντιοιστρογόνο
- αντιολισθητικός
- αντιοξειδωτικός
- αντιπαθητικός
- αντιπαλότητα
- αντιπαρασιτικός
- αντιπαράσταση
- αντιπατριωτικός
- αντιπειθαρχικός
- αντιπληθωρικός
- αντιπληθωριστικός
- αντιποιητικός
- αντιπολιομυελιτικός
- αντιπρόεδρος
- αντιπροπαγάνδα
- αντιπροσωπεύω
- αντιπρόσωπος
- αντιπρωτόνιο
- αντιπυρά
- αντιπυρετικός
- αντιπυρκαγιά
- αντιρατσισμός
- αντισεισμικός
- αντισηπτικός
- αντισηψία
- αντισιωνισμός
- αντισιωνιστής
- αντισιωνίστρια
- αντισκορικός
- αντισπασμωδικός
- αντισταθμίζω
- αντισταθμιστικός
- αντιστοίχιση
- αντιστρεπτός
- αντιστρέψιμος
- αντισυφιλιδικός
- αντιτετανικός
- αντιτοξικός
- αντιτοξίνη
- αντιτριβή
- αντιτυφικός
- αντιυδρογόνο
- αντιφασιστικός
- αντιφθισικός
- αντιφυματικός
- αντιχολερικός
- Αντουανέτα
- Αντουανέττα
- Αντουαννέτα
- αντραβέ
- αντραντές
- αντρέ
- αντρέσα
- άντρο
- Αντωανέτα
- Αντωανέττα
- Αντωαννέτα
- αντώνυμο
- ανυπολόγιστος
- ανυψωτήρας
- ανφάν γκατέ
- ανφάς
- ανώδυνος τοκετός
- ανωμαλία
- ανώνυμος
- ανώτατος
- ανώτερος
- ανωτερότητα
- αξάν
- αξεσουάρ
- αξιολογία
- αξιολογικός
- αξιόποινος
- αξιότιμος
- αξιωματικός
- αξονικός
- αξονομετρία
- αορτικός
- αορτολαγόνιος
- άουλα
- απαερίωση
- απαέρωση
- απαισιόδοξος
- απαίτηση
- απαιτητός
- απανθρωποποίηση
- απανθρωποποιώ
- άπαξ διά παντός
- ἅπαξ διά παντός
- απαρτεμάν
- απαρτμάν
- απασβεστώνω
- απασβέστωση
- απατάω
- απάχης
- απέκκριμα
- απεκκρίνω
- απελευθερώνω
- απελευθερωτής
- απενοχοποίηση
- απενοχοποιώ
- απεντόμωση
- απεριτίφ
- απερρινοποίηση
- απέταλος
- απεύθυνση
- απευθύνω
- απλίκα
- απλικάρω
- απλικασιόν
- απλικατέρ
- απλικέ
- απλοειδής
- απλοϊκός
- απλολογία
- απλοποίηση
- απλοποιώ
- απλούστευση
- απλουστευτικός
- απλουστεύω
- απλώς
- αποαποικιοποιώ
- αποβολή
- απόβρασμα
- απόγειο
- απογεμίζω
- απογοήτευση
- απογοητεύω
- απόγραφο
- αποδάσωση
- αποδεκατίζω
- αποδεκτότητα
- αποδημητικός
- αποδημία
- αποδιαμορφωτής
- αποδιέγερση
- αποδοκιμάζω
- αποδοκιμασία
- αποδοκιμαστικός
- αποδόμηση
- αποδομώ
- απόδοση
- αποδοτικός
- αποδοτικότητα
- αποδοχές
- αποδραματοποίηση
- αποδραματοποιώ
- αποενοχοποίηση
- αποεπένδυση
- αποεπενδύω
- αποθαρρύνω
- απόθεμα
- αποθέωση
- αποθηλασμός
- αποθησαυρίζω
- αποικιοκράτης
- αποικιοκρατία
- αποικιοποίηση
- αποκεντρώνω
- αποκεντρωτικός
- αποκεφαλίζω
- αποκλείεται
- αποκλειστικός
- αποκλειστικότητα
- αποκόλληση
- απόκομμα
- αποκρυπτογραφώ
- αποκρυσταλλώνω
- αποκρυστάλλωση
- αποκρυφισμός
- αποκρυφιστής
- αποκρυφολογία
- απόκρυφος
- απολίθωμα
- απολιθώνω
- απολιπαίνω
- απολίπανση
- απολιτίκ
- απολιτικός
- απολίτιστος
- απολογητικός
- απολυταρχία
- απολυταρχισμός
- απομαγνητίζω
- απομαγνήτιση
- απομαγνητισμός
- απομνημόνευμα
- απομονωτήριο
- απομυελινωτικός
- απομυζώ
- αποναρκώνω
- απονάρκωση
- απονέμω
- απονιτροποίηση
- απονίτρωση
- απονομή
- απονομιμοποίηση
- απονομιμοποιώ
- αποξενώνω
- αποξένωση
- αποξηραντήριο
- απόπειρα
- αποπειρατικός
- αποπλάνηση
- αποπλανώ
- αποπληθωρισμός
- αποπληθωριστικός
- αποπνικτικός
- αποπνιχτικός
- αποπόλωση
- αποπραγματοποίηση
- αποπροσανατολίζω
- αποπροσανατολισμός
- αποπτωτικός
- απορρέω
- απορροή
- απορρόφηση
- απορροφήσιμος
- απορροφητικός
- απορροφητός
- απορροφώ
- απορρυθμίζω
- απορρυπαντικός
- απόσβεση
- αποσεξουαλικοποίηση
- αποσκευή
- αποσκληρυντής
- απόσμηση
- αποσμητικός
- απόσταγμα
- αποστάζω
- αποστακτήρας
- αποστακτικός
- αποστάξιμος
- αποστειρώνω
- αποστείρωση
- αποστιγματισμός
- αποστιγματοποίηση
- αποστολή
- αποστολικός
- απόστολος
- αποστραγγίζω
- αποστράγγιση
- αποστρατιωτικοποίηση
- αποστρατιωτικοποιώ
- αποστροφή
- αποσυμπιέζω
- αποσυμπίεση
- αποσυμπιεστής
- αποσυμφορώ
- αποσυνθέτω
- αποσυντεθειμένος
- αποτέλεσμα
- αποτελεσματικός
- αποτελμάτωση
- αποτελώ
- αποτιμητής
- απότομος
- αποτοξικοποίηση
- αποτρίχωση
- αποτύπωμα
- αποϋλοποίηση
- αποϋλοποιώ
- αποφασιστικός
- αποφέρω
- αποφθορίωση
- αποφορολόγηση
- αποφορτίζω
- αποφόρτιση
- αποφορτώνω
- αποφόρτωση
- αποφυλακίζω
- αποφύλλωση
- αποφυλλωτικό
- αποχή
- απόχρωση
- απόχυση
- απόψυξη
- αποψύχω
- α προπό
- απροσδιοριστία
- απρόσωπος
- απτέρυξ
- απτικός
- απτός