αιδοιοκολπίτιδα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιδοιοκολπίτιδα οι αιδοιοκολπίτιδες
      γενική της αιδοιοκολπίτιδας των αιδοιοκολπίτιδων
    αιτιατική την αιδοιοκολπίτιδα τις αιδοιοκολπίτιδες
     κλητική αιδοιοκολπίτιδα αιδοιοκολπίτιδες
Κατηγορία όπως «αρθρίτιδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αρθρίτιδα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αιδοιοκολπίτιδα < αιδοίο + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κολπίτιδα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) vulvovaginite)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αδιτιπλοκοιοδια

αιδοιοκολπίτιδα θηλυκό

Άλλες μορφές

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αρθρίτιδα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)