απλουστευτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απλουστευτικός η απλουστευτική το απλουστευτικό
      γενική του απλουστευτικού της απλουστευτικής του απλουστευτικού
    αιτιατική τον απλουστευτικό την απλουστευτική το απλουστευτικό
     κλητική απλουστευτικέ απλουστευτική απλουστευτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απλουστευτικοί οι απλουστευτικές τα απλουστευτικά
      γενική των απλουστευτικών των απλουστευτικών των απλουστευτικών
    αιτιατική τους απλουστευτικούς τις απλουστευτικές τα απλουστευτικά
     κλητική απλουστευτικοί απλουστευτικές απλουστευτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

απλουστευτικός < απλουστεύω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) simplificateur)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτυετσυολπα

απλουστευτικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)