αντιβακτηριακός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντιβακτηριακός η αντιβακτηριακή το αντιβακτηριακό
      γενική του αντιβακτηριακού της αντιβακτηριακής του αντιβακτηριακού
    αιτιατική τον αντιβακτηριακό την αντιβακτηριακή το αντιβακτηριακό
     κλητική αντιβακτηριακέ αντιβακτηριακή αντιβακτηριακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντιβακτηριακοί οι αντιβακτηριακές τα αντιβακτηριακά
      γενική των αντιβακτηριακών των αντιβακτηριακών των αντιβακτηριακών
    αιτιατική τους αντιβακτηριακούς τις αντιβακτηριακές τα αντιβακτηριακά
     κλητική αντιβακτηριακοί αντιβακτηριακές αντιβακτηριακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αντιβακτηριακός < αντι-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αντι- (νέα ελληνικά) + βακτηριακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) antibactérien[1] ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) antibacterial[1])

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκαιρητκαβιτνα

αντιβακτηριακός

  1. (φαρμακευτικήΚατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά), ιατρικήΚατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)) που καταπολεμάει τα βακτήρια ή συμβάλλει στη μείωση και εξάλειψή τους
  2. (ουσιαστικοποιημένο) (φαρμακευτικήΚατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά), ιατρικήΚατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)) αντιβακτηριακό

Άλλες μορφές

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. 1 2 αντιβακτηριακός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκαιρητκαβιτνα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αντι- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)