αποκλιμακωμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωκαμιλκοπα
αποκλιμακωμένος, -η, -ο
- που έχει αποκλιμακωθεί
- Ηταν πιο εύκολο να συνδιαλλαγούν με αποκλιμακωμένη πλέον την σύρραξη που προηγουμένως απειλούσε να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλιο
- → δείτε τη λέξη αποκλιμακώνω
Μεταφράσεις
αποκλιμακωμένος