αποκλιμακωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποκλιμακωμένος η αποκλιμακωμένη το αποκλιμακωμένο
      γενική του αποκλιμακωμένου της αποκλιμακωμένης του αποκλιμακωμένου
    αιτιατική τον αποκλιμακωμένο την αποκλιμακωμένη το αποκλιμακωμένο
     κλητική αποκλιμακωμένε αποκλιμακωμένη αποκλιμακωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποκλιμακωμένοι οι αποκλιμακωμένες τα αποκλιμακωμένα
      γενική των αποκλιμακωμένων των αποκλιμακωμένων των αποκλιμακωμένων
    αιτιατική τους αποκλιμακωμένους τις αποκλιμακωμένες τα αποκλιμακωμένα
     κλητική αποκλιμακωμένοι αποκλιμακωμένες αποκλιμακωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποκλιμακωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αποκλιμακώνω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωκαμιλκοπα

αποκλιμακωμένος, -η, -ο

  • που έχει αποκλιμακωθεί
  • Ηταν πιο εύκολο να συνδιαλλαγούν με αποκλιμακωμένη πλέον την σύρραξη που προηγουμένως απειλούσε να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλιο
 δείτε τη λέξη αποκλιμακώνω

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωκαμιλκοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά