αποκεντρωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποκεντρωμένος η αποκεντρωμένη το αποκεντρωμένο
      γενική του αποκεντρωμένου της αποκεντρωμένης του αποκεντρωμένου
    αιτιατική τον αποκεντρωμένο την αποκεντρωμένη το αποκεντρωμένο
     κλητική αποκεντρωμένε αποκεντρωμένη αποκεντρωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποκεντρωμένοι οι αποκεντρωμένες τα αποκεντρωμένα
      γενική των αποκεντρωμένων των αποκεντρωμένων των αποκεντρωμένων
    αιτιατική τους αποκεντρωμένους τις αποκεντρωμένες τα αποκεντρωμένα
     κλητική αποκεντρωμένοι αποκεντρωμένες αποκεντρωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /a.po.cen.dɾoˈme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αποκεντρωμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωρτνεκοπα

αποκεντρωμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωρτνεκοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά