απευαισθητοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απευαισθητοποιημένος η απευαισθητοποιημένη το απευαισθητοποιημένο
      γενική του απευαισθητοποιημένου της απευαισθητοποιημένης του απευαισθητοποιημένου
    αιτιατική τον απευαισθητοποιημένο την απευαισθητοποιημένη το απευαισθητοποιημένο
     κλητική απευαισθητοποιημένε απευαισθητοποιημένη απευαισθητοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απευαισθητοποιημένοι οι απευαισθητοποιημένες τα απευαισθητοποιημένα
      γενική των απευαισθητοποιημένων των απευαισθητοποιημένων των απευαισθητοποιημένων
    αιτιατική τους απευαισθητοποιημένους τις απευαισθητοποιημένες τα απευαισθητοποιημένα
     κλητική απευαισθητοποιημένοι απευαισθητοποιημένες απευαισθητοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

απευαισθητοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) απευαισθητοποιώ

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποτηθσιαυεπα

απευαισθητοποιημένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη απευαισθητοποιώ

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοποτηθσιαυεπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά