ακριβοπουλημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακριβοπουλημένος η ακριβοπουλημένη το ακριβοπουλημένο
      γενική του ακριβοπουλημένου της ακριβοπουλημένης του ακριβοπουλημένου
    αιτιατική τον ακριβοπουλημένο την ακριβοπουλημένη το ακριβοπουλημένο
     κλητική ακριβοπουλημένε ακριβοπουλημένη ακριβοπουλημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακριβοπουλημένοι οι ακριβοπουλημένες τα ακριβοπουλημένα
      γενική των ακριβοπουλημένων των ακριβοπουλημένων των ακριβοπουλημένων
    αιτιατική τους ακριβοπουλημένους τις ακριβοπουλημένες τα ακριβοπουλημένα
     κλητική ακριβοπουλημένοι ακριβοπουλημένες ακριβοπουλημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ακριβοπουλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) ακριβοπουλώ

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηλυοποβιρκα

ακριβοπουλημένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη ακριβοπουλώ

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηλυοποβιρκα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά