ανενεργοποιημένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ανενεργοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανενεργοποιώΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοπογρενενα
ανενεργοποιημένος, -η, -ο
- (τεχνολογία)Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά) που έχει ανενεργοποιηθεί
Δείτε επίσης
- → δείτε τις λέξεις ανενεργοποιώ και ανενεργοποιούμαι