αναπυροδοτούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναπυροδοτούμενος η αναπυροδοτούμενη το αναπυροδοτούμενο
      γενική του αναπυροδοτούμενου της αναπυροδοτούμενης του αναπυροδοτούμενου
    αιτιατική τον αναπυροδοτούμενο την αναπυροδοτούμενη το αναπυροδοτούμενο
     κλητική αναπυροδοτούμενε αναπυροδοτούμενη αναπυροδοτούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναπυροδοτούμενοι οι αναπυροδοτούμενες τα αναπυροδοτούμενα
      γενική των αναπυροδοτούμενων των αναπυροδοτούμενων των αναπυροδοτούμενων
    αιτιατική τους αναπυροδοτούμενους τις αναπυροδοτούμενες τα αναπυροδοτούμενα
     κλητική αναπυροδοτούμενοι αναπυροδοτούμενες αναπυροδοτούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοτοδορυπανα

αναπυροδοτούμενος

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)