αποπολιτικοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποπολιτικοποιημένος η αποπολιτικοποιημένη το αποπολιτικοποιημένο
      γενική του αποπολιτικοποιημένου της αποπολιτικοποιημένης του αποπολιτικοποιημένου
    αιτιατική τον αποπολιτικοποιημένο την αποπολιτικοποιημένη το αποπολιτικοποιημένο
     κλητική αποπολιτικοποιημένε αποπολιτικοποιημένη αποπολιτικοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποπολιτικοποιημένοι οι αποπολιτικοποιημένες τα αποπολιτικοποιημένα
      γενική των αποπολιτικοποιημένων των αποπολιτικοποιημένων των αποπολιτικοποιημένων
    αιτιατική τους αποπολιτικοποιημένους τις αποπολιτικοποιημένες τα αποπολιτικοποιημένα
     κλητική αποπολιτικοποιημένοι αποπολιτικοποιημένες αποπολιτικοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποκιτιλοποπα

αποπολιτικοποιημένος

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοποκιτιλοποπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά