αραχνοκεντημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αραχνοκεντημένος η αραχνοκεντημένη το αραχνοκεντημένο
      γενική του αραχνοκεντημένου της αραχνοκεντημένης του αραχνοκεντημένου
    αιτιατική τον αραχνοκεντημένο την αραχνοκεντημένη το αραχνοκεντημένο
     κλητική αραχνοκεντημένε αραχνοκεντημένη αραχνοκεντημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αραχνοκεντημένοι οι αραχνοκεντημένες τα αραχνοκεντημένα
      γενική των αραχνοκεντημένων των αραχνοκεντημένων των αραχνοκεντημένων
    αιτιατική τους αραχνοκεντημένους τις αραχνοκεντημένες τα αραχνοκεντημένα
     κλητική αραχνοκεντημένοι αραχνοκεντημένες αραχνοκεντημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αραχνοκεντημένος < {αράχνη+κεντώ+κατάληξη παθητικής μετοχής -μένος}

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμητνεκονχαρα

αραχνοκεντημένος

  • {αυτός που είναι κεντημένος ή πλεγμένος σαν τον ιστό της αράχνης, ο αραχνοΰφαντος}

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμητνεκονχαρα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά