αποκεφαλισθείς
Νέα ελληνικά (el)
Προφορά
Ετυμολογία 1
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | αποκεφαλισθείς & αποκεφαλισθέντας |
η | αποκεφαλισθείσα | το | αποκεφαλισθέν |
| γενική | του | αποκεφαλισθέντος & αποκεφαλισθέντα |
της | αποκεφαλισθείσας & αποκεφαλισθείσης* |
του | αποκεφαλισθέντος |
| αιτιατική | τον | αποκεφαλισθέντα | την | αποκεφαλισθείσα | το | αποκεφαλισθέν |
| κλητική | αποκεφαλισθείς & αποκεφαλισθέντα |
αποκεφαλισθείσα | αποκεφαλισθέν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | αποκεφαλισθέντες | οι | αποκεφαλισθείσες | τα | αποκεφαλισθέντα |
| γενική | των | αποκεφαλισθέντων | των | αποκεφαλισθεισών | των | αποκεφαλισθέντων |
| αιτιατική | τους | αποκεφαλισθέντες | τις | αποκεφαλισθείσες | τα | αποκεφαλισθέντα |
| κλητική | αποκεφαλισθέντες | αποκεφαλισθείσες | αποκεφαλισθέντα | |||
| Οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -είς -εῖσα, -έν Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές. * παλιότερος λόγιος τύπος | ||||||
| ομάδα 'πληγείς', Κατηγορία όπως «πληγείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
- αποκεφαλισθείς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) ἀποκεφαλισθείς, μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος ἀποκεφαλίζωΚατηγορία:Μετοχές παθητικού αορίστου (νέα ελληνικά)
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σιεθσιλαφεκοπα
αποκεφαλισθείς, -είσα, -έν
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) μετοχή παθητικού αορίστου (αποκεφαλίσθηκα, αποκεφαλίστηκα) του ρήματος αποκεφαλίζωΚατηγορία:Μετοχές παθητικού αορίστου (νέα ελληνικά): που έχει αποκεφαλιστεί
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις αποκεφαλίζω και κεφάλι
Μεταφράσεις
αποκεφαλισθείς
|
|
Ετυμολογία 2
- αποκεφαλισθείς: τύπος
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
αποκεφαλισθείς
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου (αποκεφαλισθώ) παθητικής φωνής του αποκεφαλίζω
- άλλες μορφές: αποκεφαλιστείς (λιγότερο λόγιο) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σιεθσιλαφεκοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού αορίστου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'πληγείς' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'πληγείς' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Παρώνυμα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)