απομακρυνόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απομακρυνόμενος η απομακρυνόμενη το απομακρυνόμενο
      γενική του απομακρυνόμενου της απομακρυνόμενης του απομακρυνόμενου
    αιτιατική τον απομακρυνόμενο την απομακρυνόμενη το απομακρυνόμενο
     κλητική απομακρυνόμενε απομακρυνόμενη απομακρυνόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απομακρυνόμενοι οι απομακρυνόμενες τα απομακρυνόμενα
      γενική των απομακρυνόμενων των απομακρυνόμενων των απομακρυνόμενων
    αιτιατική τους απομακρυνόμενους τις απομακρυνόμενες τα απομακρυνόμενα
     κλητική απομακρυνόμενοι απομακρυνόμενες απομακρυνόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμονυρκαμοπα

απομακρυνόμενος -η -ο

Δείτε επίσης

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμονυρκαμοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά