αυξομειώνοντας
Νέα ελληνικά (el)
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σατνονωιεμοξυα
αυξομειώνοντας
- μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αυξομειώνωΚατηγορία:Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)
Μεταφράσεις
αυξομειώνοντας
|
|