αποσταθεροποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποσταθεροποιημένος η αποσταθεροποιημένη το αποσταθεροποιημένο
      γενική του αποσταθεροποιημένου της αποσταθεροποιημένης του αποσταθεροποιημένου
    αιτιατική τον αποσταθεροποιημένο την αποσταθεροποιημένη το αποσταθεροποιημένο
     κλητική αποσταθεροποιημένε αποσταθεροποιημένη αποσταθεροποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποσταθεροποιημένοι οι αποσταθεροποιημένες τα αποσταθεροποιημένα
      γενική των αποσταθεροποιημένων των αποσταθεροποιημένων των αποσταθεροποιημένων
    αιτιατική τους αποσταθεροποιημένους τις αποσταθεροποιημένες τα αποσταθεροποιημένα
     κλητική αποσταθεροποιημένοι αποσταθεροποιημένες αποσταθεροποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποσταθεροποιημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αποσταθεροποιώ

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοπορεθατσοπα

αποσταθεροποιημένος, -η, -ο

Αντώνυμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοπορεθατσοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά