αντικαταστημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντικαταστημένος η αντικαταστημένη το αντικαταστημένο
      γενική του αντικαταστημένου της αντικαταστημένης του αντικαταστημένου
    αιτιατική τον αντικαταστημένο την αντικαταστημένη το αντικαταστημένο
     κλητική αντικαταστημένε αντικαταστημένη αντικαταστημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντικαταστημένοι οι αντικαταστημένες τα αντικαταστημένα
      γενική των αντικαταστημένων των αντικαταστημένων των αντικαταστημένων
    αιτιατική τους αντικαταστημένους τις αντικαταστημένες τα αντικαταστημένα
     κλητική αντικαταστημένοι αντικαταστημένες αντικαταστημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αντικαταστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αντικαθιστώ

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμητσατακιτνα

αντικαταστημένος -η -ο και αντικατεστημένος

 δείτε τη λέξη  αντικατεστημένος Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμητσατακιτνα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά