αποτεθειμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποτεθειμένος η αποτεθειμένη το αποτεθειμένο
      γενική του αποτεθειμένου της αποτεθειμένης του αποτεθειμένου
    αιτιατική τον αποτεθειμένο την αποτεθειμένη το αποτεθειμένο
     κλητική αποτεθειμένε αποτεθειμένη αποτεθειμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποτεθειμένοι οι αποτεθειμένες τα αποτεθειμένα
      γενική των αποτεθειμένων των αποτεθειμένων των αποτεθειμένων
    αιτιατική τους αποτεθειμένους τις αποτεθειμένες τα αποτεθειμένα
     κλητική αποτεθειμένοι αποτεθειμένες αποτεθειμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποτεθειμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αποθέτω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμιεθετοπα

αποτεθειμένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη αποθέτω

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμιεθετοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά