αραξοβολημένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αραξοβολημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αραξοβολώΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηλοβοξαρα
αραξοβολημένος, -η, -ο
- που έχει αραξοβολήσει
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
αραξοβολημένος
|