αυτασφαλιζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτασφαλιζόμενος η αυτασφαλιζόμενη το αυτασφαλιζόμενο
      γενική του αυτασφαλιζόμενου της αυτασφαλιζόμενης του αυτασφαλιζόμενου
    αιτιατική τον αυτασφαλιζόμενο την αυτασφαλιζόμενη το αυτασφαλιζόμενο
     κλητική αυτασφαλιζόμενε αυτασφαλιζόμενη αυτασφαλιζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτασφαλιζόμενοι οι αυτασφαλιζόμενες τα αυτασφαλιζόμενα
      γενική των αυτασφαλιζόμενων των αυτασφαλιζόμενων των αυτασφαλιζόμενων
    αιτιατική τους αυτασφαλιζόμενους τις αυτασφαλιζόμενες τα αυτασφαλιζόμενα
     κλητική αυτασφαλιζόμενοι αυτασφαλιζόμενες αυτασφαλιζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζιλαφσατυα

αυτασφαλιζόμενος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζιλαφσατυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά