αντιμετωπισμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντιμετωπισμένος η αντιμετωπισμένη το αντιμετωπισμένο
      γενική του αντιμετωπισμένου της αντιμετωπισμένης του αντιμετωπισμένου
    αιτιατική τον αντιμετωπισμένο την αντιμετωπισμένη το αντιμετωπισμένο
     κλητική αντιμετωπισμένε αντιμετωπισμένη αντιμετωπισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντιμετωπισμένοι οι αντιμετωπισμένες τα αντιμετωπισμένα
      γενική των αντιμετωπισμένων των αντιμετωπισμένων των αντιμετωπισμένων
    αιτιατική τους αντιμετωπισμένους τις αντιμετωπισμένες τα αντιμετωπισμένα
     κλητική αντιμετωπισμένοι αντιμετωπισμένες αντιμετωπισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσιπωτεμιτνα

αντιμετωπισμένος, -η, -ο




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσιπωτεμιτνα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά