αποπυρηνικοποιημένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αποπυρηνικοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποπυρηνικοποιώΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποκινηρυποπα
αποπυρηνικοποιημένος -η -ο
- για περιοχή από την οποία έχουν απομακρυνθεί ή στην οποία έχουν απαγορευτεί τα πυρηνικά όπλα
Μεταφράσεις
αποπυρηνικοποιημένος
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά