αποστεγνωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποστεγνωμένος η αποστεγνωμένη το αποστεγνωμένο
      γενική του αποστεγνωμένου της αποστεγνωμένης του αποστεγνωμένου
    αιτιατική τον αποστεγνωμένο την αποστεγνωμένη το αποστεγνωμένο
     κλητική αποστεγνωμένε αποστεγνωμένη αποστεγνωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποστεγνωμένοι οι αποστεγνωμένες τα αποστεγνωμένα
      γενική των αποστεγνωμένων των αποστεγνωμένων των αποστεγνωμένων
    αιτιατική τους αποστεγνωμένους τις αποστεγνωμένες τα αποστεγνωμένα
     κλητική αποστεγνωμένοι αποστεγνωμένες αποστεγνωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωνγετσοπα

αποστεγνωμένος




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωνγετσοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά