ανατροφοδοτημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανατροφοδοτημένος η ανατροφοδοτημένη το ανατροφοδοτημένο
      γενική του ανατροφοδοτημένου της ανατροφοδοτημένης του ανατροφοδοτημένου
    αιτιατική τον ανατροφοδοτημένο την ανατροφοδοτημένη το ανατροφοδοτημένο
     κλητική ανατροφοδοτημένε ανατροφοδοτημένη ανατροφοδοτημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανατροφοδοτημένοι οι ανατροφοδοτημένες τα ανατροφοδοτημένα
      γενική των ανατροφοδοτημένων των ανατροφοδοτημένων των ανατροφοδοτημένων
    αιτιατική τους ανατροφοδοτημένους τις ανατροφοδοτημένες τα ανατροφοδοτημένα
     κλητική ανατροφοδοτημένοι ανατροφοδοτημένες ανατροφοδοτημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ανατροφοδοτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) ανατροφοδοτώ

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμητοδοφορτανα

ανατροφοδοτημένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη ανατροφοδοτώ

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμητοδοφορτανα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά