απαλειμμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απαλειμμένος η απαλειμμένη το απαλειμμένο
      γενική του απαλειμμένου της απαλειμμένης του απαλειμμένου
    αιτιατική τον απαλειμμένο την απαλειμμένη το απαλειμμένο
     κλητική απαλειμμένε απαλειμμένη απαλειμμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απαλειμμένοι οι απαλειμμένες τα απαλειμμένα
      γενική των απαλειμμένων των απαλειμμένων των απαλειμμένων
    αιτιατική τους απαλειμμένους τις απαλειμμένες τα απαλειμμένα
     κλητική απαλειμμένοι απαλειμμένες απαλειμμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

απαλειμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) απαλείφω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμμιελαπα

απαλειμμένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη απαλείφω

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμμιελαπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά