ακροπατώντας
Νέα ελληνικά (el)
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σατνωταπορκα
ακροπατώντας άκλιτοΚατηγορία:Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα - άκλιτες (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
- μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακροπατάωΚατηγορία:Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) / ακροπατώ
Ακροπατώντας μες τη νύχτα μην τους ξυπνήσω, σκόνταψα στο χαλί.
Πλησίασε ακροπατώντας για να μην ξυπνήσει το μωρό.
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σατνωταπορκα