αναπροσαρμοσμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναπροσαρμοσμένος η αναπροσαρμοσμένη το αναπροσαρμοσμένο
      γενική του αναπροσαρμοσμένου της αναπροσαρμοσμένης του αναπροσαρμοσμένου
    αιτιατική τον αναπροσαρμοσμένο την αναπροσαρμοσμένη το αναπροσαρμοσμένο
     κλητική αναπροσαρμοσμένε αναπροσαρμοσμένη αναπροσαρμοσμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναπροσαρμοσμένοι οι αναπροσαρμοσμένες τα αναπροσαρμοσμένα
      γενική των αναπροσαρμοσμένων των αναπροσαρμοσμένων των αναπροσαρμοσμένων
    αιτιατική τους αναπροσαρμοσμένους τις αναπροσαρμοσμένες τα αναπροσαρμοσμένα
     κλητική αναπροσαρμοσμένοι αναπροσαρμοσμένες αναπροσαρμοσμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αναπροσαρμοσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αναπροσαρμόζω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσομρασορπανα

αναπροσαρμοσμένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη αναπροσαρμόζω

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσομρασορπανα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά