αποτοιχισμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποτοιχισμένος η αποτοιχισμένη το αποτοιχισμένο
      γενική του αποτοιχισμένου της αποτοιχισμένης του αποτοιχισμένου
    αιτιατική τον αποτοιχισμένο την αποτοιχισμένη το αποτοιχισμένο
     κλητική αποτοιχισμένε αποτοιχισμένη αποτοιχισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποτοιχισμένοι οι αποτοιχισμένες τα αποτοιχισμένα
      γενική των αποτοιχισμένων των αποτοιχισμένων των αποτοιχισμένων
    αιτιατική τους αποτοιχισμένους τις αποτοιχισμένες τα αποτοιχισμένα
     κλητική αποτοιχισμένοι αποτοιχισμένες αποτοιχισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσιχιοτοπα

αποτοιχισμένος



Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσιχιοτοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά