αποκατεστημένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
αποκατεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκαθιστώ
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμητσετακοπα
αποκατεστημένος, -η, -ο (και λιγότερο λόγια, αποκαταστημένος)
- που έχει αποκατασταθεί οικονομικά, που έχει οικονομική ευρωστία, άνεση, που δεν έχει οικονομικά προβλήματα
- (για γυναίκα, παρωχημένο) που έχει παντρευτεί, με την έννοια της οικονομικής αποκατάστασης αλλά και της κοινωνικής -δεν θεωρείτο πλέον περιθωριακή ως γεροντοκόρη, εντασσόταν στο κοινωνικό σύνολο και αποκαθίστατο
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αποκατεστημένος