αποστρατικοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποστρατικοποιημένος η αποστρατικοποιημένη το αποστρατικοποιημένο
      γενική του αποστρατικοποιημένου της αποστρατικοποιημένης του αποστρατικοποιημένου
    αιτιατική τον αποστρατικοποιημένο την αποστρατικοποιημένη το αποστρατικοποιημένο
     κλητική αποστρατικοποιημένε αποστρατικοποιημένη αποστρατικοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποστρατικοποιημένοι οι αποστρατικοποιημένες τα αποστρατικοποιημένα
      γενική των αποστρατικοποιημένων των αποστρατικοποιημένων των αποστρατικοποιημένων
    αιτιατική τους αποστρατικοποιημένους τις αποστρατικοποιημένες τα αποστρατικοποιημένα
     κλητική αποστρατικοποιημένοι αποστρατικοποιημένες αποστρατικοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποκιταρτσοπα

αποστρατικοποιημένος, -η, -ο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοποκιταρτσοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά