αρχειοθετημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αρχειοθετημένος η αρχειοθετημένη το αρχειοθετημένο
      γενική του αρχειοθετημένου της αρχειοθετημένης του αρχειοθετημένου
    αιτιατική τον αρχειοθετημένο την αρχειοθετημένη το αρχειοθετημένο
     κλητική αρχειοθετημένε αρχειοθετημένη αρχειοθετημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αρχειοθετημένοι οι αρχειοθετημένες τα αρχειοθετημένα
      γενική των αρχειοθετημένων των αρχειοθετημένων των αρχειοθετημένων
    αιτιατική τους αρχειοθετημένους τις αρχειοθετημένες τα αρχειοθετημένα
     κλητική αρχειοθετημένοι αρχειοθετημένες αρχειοθετημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμητεθοιεχρα

αρχειοθετημένος




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμητεθοιεχρα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά