αποποινικοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποποινικοποιημένος η αποποινικοποιημένη το αποποινικοποιημένο
      γενική του αποποινικοποιημένου της αποποινικοποιημένης του αποποινικοποιημένου
    αιτιατική τον αποποινικοποιημένο την αποποινικοποιημένη το αποποινικοποιημένο
     κλητική αποποινικοποιημένε αποποινικοποιημένη αποποινικοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποποινικοποιημένοι οι αποποινικοποιημένες τα αποποινικοποιημένα
      γενική των αποποινικοποιημένων των αποποινικοποιημένων των αποποινικοποιημένων
    αιτιατική τους αποποινικοποιημένους τις αποποινικοποιημένες τα αποποινικοποιημένα
     κλητική αποποινικοποιημένοι αποποινικοποιημένες αποποινικοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποποινικοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αποποινικοποιώ

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποκινιοποπα

αποποινικοποιημένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη αποποινικοποιώ

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοποκινιοποπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά