αποπροσανατολισμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποπροσανατολισμένος η αποπροσανατολισμένη το αποπροσανατολισμένο
      γενική του αποπροσανατολισμένου της αποπροσανατολισμένης του αποπροσανατολισμένου
    αιτιατική τον αποπροσανατολισμένο την αποπροσανατολισμένη το αποπροσανατολισμένο
     κλητική αποπροσανατολισμένε αποπροσανατολισμένη αποπροσανατολισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποπροσανατολισμένοι οι αποπροσανατολισμένες τα αποπροσανατολισμένα
      γενική των αποπροσανατολισμένων των αποπροσανατολισμένων των αποπροσανατολισμένων
    αιτιατική τους αποπροσανατολισμένους τις αποπροσανατολισμένες τα αποπροσανατολισμένα
     κλητική αποπροσανατολισμένοι αποπροσανατολισμένες αποπροσανατολισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποπροσανατολισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αποπροσανατολίζω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσιλοτανασορποπα

αποπροσανατολισμένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη αποπροσανατολίζω

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσιλοτανασορποπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά