ανοσοκατεσταλμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανοσοκατεσταλμένος η ανοσοκατεσταλμένη το ανοσοκατεσταλμένο
      γενική του ανοσοκατεσταλμένου της ανοσοκατεσταλμένης του ανοσοκατεσταλμένου
    αιτιατική τον ανοσοκατεσταλμένο την ανοσοκατεσταλμένη το ανοσοκατεσταλμένο
     κλητική ανοσοκατεσταλμένε ανοσοκατεσταλμένη ανοσοκατεσταλμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανοσοκατεσταλμένοι οι ανοσοκατεσταλμένες τα ανοσοκατεσταλμένα
      γενική των ανοσοκατεσταλμένων των ανοσοκατεσταλμένων των ανοσοκατεσταλμένων
    αιτιατική τους ανοσοκατεσταλμένους τις ανοσοκατεσταλμένες τα ανοσοκατεσταλμένα
     κλητική ανοσοκατεσταλμένοι ανοσοκατεσταλμένες ανοσοκατεσταλμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ανοσοκατεσταλμένος < ανοσοκαταστολή

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμλατσετακοσονα

ανοσοκατεσταλμένος, -η, -ο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμλατσετακοσονα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά