αραβουργημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αραβουργημένος η αραβουργημένη το αραβουργημένο
      γενική του αραβουργημένου της αραβουργημένης του αραβουργημένου
    αιτιατική τον αραβουργημένο την αραβουργημένη το αραβουργημένο
     κλητική αραβουργημένε αραβουργημένη αραβουργημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αραβουργημένοι οι αραβουργημένες τα αραβουργημένα
      γενική των αραβουργημένων των αραβουργημένων των αραβουργημένων
    αιτιατική τους αραβουργημένους τις αραβουργημένες τα αραβουργημένα
     κλητική αραβουργημένοι αραβουργημένες αραβουργημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /a.ɾa.vuɾ.ʝiˈme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αραβουργημένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηγρυοβαρα

αραβουργημένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά