αποκρυσταλλωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποκρυσταλλωμένος η αποκρυσταλλωμένη το αποκρυσταλλωμένο
      γενική του αποκρυσταλλωμένου της αποκρυσταλλωμένης του αποκρυσταλλωμένου
    αιτιατική τον αποκρυσταλλωμένο την αποκρυσταλλωμένη το αποκρυσταλλωμένο
     κλητική αποκρυσταλλωμένε αποκρυσταλλωμένη αποκρυσταλλωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποκρυσταλλωμένοι οι αποκρυσταλλωμένες τα αποκρυσταλλωμένα
      γενική των αποκρυσταλλωμένων των αποκρυσταλλωμένων των αποκρυσταλλωμένων
    αιτιατική τους αποκρυσταλλωμένους τις αποκρυσταλλωμένες τα αποκρυσταλλωμένα
     κλητική αποκρυσταλλωμένοι αποκρυσταλλωμένες αποκρυσταλλωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποκρυσταλλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αποκρυσταλλώνω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωλλατσυρκοπα

αποκρυσταλλωμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωλλατσυρκοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά