αντικειμενικοποιημένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αντικειμενικοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αντικειμενικοποιώΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποκινεμιεκιτνα
αντικειμενικοποιημένος, -η, -ο
- που έχει αντικειμενικοποιηθεί, που έχει γίνει αντικειμενικός
Σημειώσεις
αυτός που έγινε αντικειμενικός και ΟΧΙ αντικείμενο
Συγγενικά
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις αντικείμενο, αντί και κείμαι
Μεταφράσεις
αντικειμενικοποιημένος
αντικειμενικόςobjective, impartial αποτελεσματικόςstreamlined (en)efficient, smooth-running, well run, well organized, slick; modernized, up to date, rationalized, simplified; time-saving, labour-saving |
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά