ανακαθισμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανακαθισμένος η ανακαθισμένη το ανακαθισμένο
      γενική του ανακαθισμένου της ανακαθισμένης του ανακαθισμένου
    αιτιατική τον ανακαθισμένο την ανακαθισμένη το ανακαθισμένο
     κλητική ανακαθισμένε ανακαθισμένη ανακαθισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανακαθισμένοι οι ανακαθισμένες τα ανακαθισμένα
      γενική των ανακαθισμένων των ανακαθισμένων των ανακαθισμένων
    αιτιατική τους ανακαθισμένους τις ανακαθισμένες τα ανακαθισμένα
     κλητική ανακαθισμένοι ανακαθισμένες ανακαθισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ανακαθισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) ανακάθομαι

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσιθακανα

ανακαθισμένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη ανακάθομαι

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσιθακανα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά