ανταποκρινόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανταποκρινόμενος η ανταποκρινόμενη το ανταποκρινόμενο
      γενική του ανταποκρινόμενου της ανταποκρινόμενης του ανταποκρινόμενου
    αιτιατική τον ανταποκρινόμενο την ανταποκρινόμενη το ανταποκρινόμενο
     κλητική ανταποκρινόμενε ανταποκρινόμενη ανταποκρινόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανταποκρινόμενοι οι ανταποκρινόμενες τα ανταποκρινόμενα
      γενική των ανταποκρινόμενων των ανταποκρινόμενων των ανταποκρινόμενων
    αιτιατική τους ανταποκρινόμενους τις ανταποκρινόμενες τα ανταποκρινόμενα
     κλητική ανταποκρινόμενοι ανταποκρινόμενες ανταποκρινόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμονιρκοπατνα

ανταποκρινόμενος, -η, -ο




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμονιρκοπατνα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά