αποθαλασσωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποθαλασσωμένος η αποθαλασσωμένη το αποθαλασσωμένο
      γενική του αποθαλασσωμένου της αποθαλασσωμένης του αποθαλασσωμένου
    αιτιατική τον αποθαλασσωμένο την αποθαλασσωμένη το αποθαλασσωμένο
     κλητική αποθαλασσωμένε αποθαλασσωμένη αποθαλασσωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποθαλασσωμένοι οι αποθαλασσωμένες τα αποθαλασσωμένα
      γενική των αποθαλασσωμένων των αποθαλασσωμένων των αποθαλασσωμένων
    αιτιατική τους αποθαλασσωμένους τις αποθαλασσωμένες τα αποθαλασσωμένα
     κλητική αποθαλασσωμένοι αποθαλασσωμένες αποθαλασσωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποθαλασσωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αποθαλασσώνομαι

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωσσαλαθοπα

αποθαλασσωμένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη αποθαλασσώνομαι

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωσσαλαθοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά