ανοιγοκλειόμενος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία el
- ανοιγοκλειόμενος < ανοίγ(ω) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κλειόμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κλείωΚατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) (κλείνω) → δείτε τη λέξη ανοιγοκλείνω
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοιελκογιονα
ανοιγοκλειόμενος -η, -ο
- που ανοιγοκλείνει, μπορεί να ανοίγει και να κλείνει
ανοιγοκλυόμενες πόρτες, τέντες, σκεπές, ανοιγοκλειόμενο τραπέζι
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοιελκογιονα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά