αποκαταστημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποκαταστημένος η αποκαταστημένη το αποκαταστημένο
      γενική του αποκαταστημένου της αποκαταστημένης του αποκαταστημένου
    αιτιατική τον αποκαταστημένο την αποκαταστημένη το αποκαταστημένο
     κλητική αποκαταστημένε αποκαταστημένη αποκαταστημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποκαταστημένοι οι αποκαταστημένες τα αποκαταστημένα
      γενική των αποκαταστημένων των αποκαταστημένων των αποκαταστημένων
    αιτιατική τους αποκαταστημένους τις αποκαταστημένες τα αποκαταστημένα
     κλητική αποκαταστημένοι αποκαταστημένες αποκαταστημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποκαταστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αποκαθιστώ

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμητσατακοπα

αποκαταστημένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη αποκατεστημένος Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμητσατακοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά