αποδεδειγμένος

Δείτε επίσης: ἀποδεδειγμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποδεδειγμένος η αποδεδειγμένη το αποδεδειγμένο
      γενική του αποδεδειγμένου της αποδεδειγμένης του αποδεδειγμένου
    αιτιατική τον αποδεδειγμένο την αποδεδειγμένη το αποδεδειγμένο
     κλητική αποδεδειγμένε αποδεδειγμένη αποδεδειγμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποδεδειγμένοι οι αποδεδειγμένες τα αποδεδειγμένα
      γενική των αποδεδειγμένων των αποδεδειγμένων των αποδεδειγμένων
    αιτιατική τους αποδεδειγμένους τις αποδεδειγμένες τα αποδεδειγμένα
     κλητική αποδεδειγμένοι αποδεδειγμένες αποδεδειγμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποδεδειγμένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ἀποδεδειγμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) ἀποδείκνυμι

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμγιεδεδοπα

αποδεδειγμένος, -η, -ο

Άλλες μορφές

Συνώνυμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμγιεδεδοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)