αντικειμενοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντικειμενοποιημένος η αντικειμενοποιημένη το αντικειμενοποιημένο
      γενική του αντικειμενοποιημένου της αντικειμενοποιημένης του αντικειμενοποιημένου
    αιτιατική τον αντικειμενοποιημένο την αντικειμενοποιημένη το αντικειμενοποιημένο
     κλητική αντικειμενοποιημένε αντικειμενοποιημένη αντικειμενοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντικειμενοποιημένοι οι αντικειμενοποιημένες τα αντικειμενοποιημένα
      γενική των αντικειμενοποιημένων των αντικειμενοποιημένων των αντικειμενοποιημένων
    αιτιατική τους αντικειμενοποιημένους τις αντικειμενοποιημένες τα αντικειμενοποιημένα
     κλητική αντικειμενοποιημένοι αντικειμενοποιημένες αντικειμενοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αντικειμενοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αντικειμενοποιώΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοπονεμιεκιτνα

αντικειμενοποιημένος, -η, -ο

Συγγενικά

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοπονεμιεκιτνα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά