αποπερατωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποπερατωμένος η αποπερατωμένη το αποπερατωμένο
      γενική του αποπερατωμένου της αποπερατωμένης του αποπερατωμένου
    αιτιατική τον αποπερατωμένο την αποπερατωμένη το αποπερατωμένο
     κλητική αποπερατωμένε αποπερατωμένη αποπερατωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποπερατωμένοι οι αποπερατωμένες τα αποπερατωμένα
      γενική των αποπερατωμένων των αποπερατωμένων των αποπερατωμένων
    αιτιατική τους αποπερατωμένους τις αποπερατωμένες τα αποπερατωμένα
     κλητική αποπερατωμένοι αποπερατωμένες αποπερατωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποπερατωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αποπερατώνω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωταρεποπα

αποπερατωμένος, -η, -ο

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωταρεποπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά