αντιστρατευόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντιστρατευόμενος η αντιστρατευόμενη το αντιστρατευόμενο
      γενική του αντιστρατευόμενου της αντιστρατευόμενης του αντιστρατευόμενου
    αιτιατική τον αντιστρατευόμενο την αντιστρατευόμενη το αντιστρατευόμενο
     κλητική αντιστρατευόμενε αντιστρατευόμενη αντιστρατευόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντιστρατευόμενοι οι αντιστρατευόμενες τα αντιστρατευόμενα
      γενική των αντιστρατευόμενων των αντιστρατευόμενων των αντιστρατευόμενων
    αιτιατική τους αντιστρατευόμενους τις αντιστρατευόμενες τα αντιστρατευόμενα
     κλητική αντιστρατευόμενοι αντιστρατευόμενες αντιστρατευόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμουεταρτσιτνα

αντιστρατευόμενος




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμουεταρτσιτνα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά