αναμειγμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναμειγμένος η αναμειγμένη το αναμειγμένο
      γενική του αναμειγμένου της αναμειγμένης του αναμειγμένου
    αιτιατική τον αναμειγμένο την αναμειγμένη το αναμειγμένο
     κλητική αναμειγμένε αναμειγμένη αναμειγμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναμειγμένοι οι αναμειγμένες τα αναμειγμένα
      γενική των αναμειγμένων των αναμειγμένων των αναμειγμένων
    αιτιατική τους αναμειγμένους τις αναμειγμένες τα αναμειγμένα
     κλητική αναμειγμένοι αναμειγμένες αναμειγμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμγιεμανα

αναμειγμένος, -η, -ο

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά