αζήτητο εμπόρευμα
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμυεροπμεοτητηζα
αζήτητο εμπόρευμα
- (οικονομίαΚατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά), ναυτικός όροςΚατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)) εμπόρευμα που βρίσκεται σε υποκείμενο τελωνειακό χώρο που δεν παραλήφθηκε μέσα σε τακτή προθεσμία
Μεταφράσεις
αζήτητο εμπόρευμα
|
|